Φυσικό τοπίο και κλίμα

            Εισαγωγή

            Ποτάμια, χείμαρροι, λίμνες, πηγές

            Ποτάμια, ρέματα, ρυάκια και πηγές ως τοπόσημα και σύνορα κτημάτων

            Τα χιονισμένα βουνά

            «Ακραία» καιρικά φαινόμενα

Εισαγωγή

Πληροφορίες για το τοπίο και το κλίμα της Κρήτης κατά τη βενετική και οθωμανική περίοδο υπάρχουν σε ποικίλα κείμενα των αιώνων που μας απασχολούν. Σε αυτά περιλαμβάνονται διάφορες περιγραφές του νησιού γραμμένες από ταξιδιώτες και αξιωματούχους, νοταριακές πράξεις της βενετικής περιόδου και ιεροδικαστικές καταχωρίσεις των οθωμανικών χρόνων, καθώς και σχετικά άρθρα σε εφημερίδες του 19ου αιώνα

Η περιγραφή της Κρήτης από τον φλωρεντινό μοναχό Cristoforo Buondelmonti ξεχωρίζει από τα άλλα περιηγητικά κείμενα, τόσο γιατί είναι αρκετά πρώιμη όσο και γιατί είναι αρκετά αναλυτική. O Buondelmonti, ο οποίος ταξίδεψε στην Κρήτη στις αρχές του 15ου αιώνα καταγράφει την πορεία του στο νησί και περιγράφει γλαφυρά, αν και συχνά με τρόπο υπερβολικό, το φυσικό και το αγροτικό τοπίο (Buondelmonti 2002). Ο βενετοκρητικός λόγιος Francesco Barozzi, στο έργο του Περιγραφή της Κρήτης (1577/78), ασχολείται ελάχιστα με τους υδάτινους πόρους του νησιού, καθώς ενδιαφέρεται περισσότερο για τα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Κρήτης. Παρόλα αυτά, δεν παραλείπει να απαριθμήσει τα ποτάμια του νησιού, δίνοντας περισσότερες πληροφορίες για αυτά που βρίσκονται στη βόρεια ακτή (Barozzi 2004). Συστηματικότερη είναι η έκθεση του χαρτογράφου και στρατιωτικού μηχανικού Francesco Basilicata, το 1630, ο οποίος σημειώνει για κάθε ποτάμι τις πληροφορίες ζωτικής σημασίας με τρόπο σύντομο και περιεκτικό, σημειώνει δηλαδή αν το ποτάμι έχει καλό (πόσιμο) νερό (agua buona), συνεχή ροή (et continua), την ποσότητα του νερού (abondante) ή (abondantissima) και αν κινεί μύλους (macina alquanti molini) (Σπανάκης V, 1969, σ. 33-40). Οι πληροφορίες της έκθεσης συμπληρώνουν τις πληροφορίες των χαρτών του, όπου απεικονίζονται και ονοματίζονται αρκετά υδάτινα ρεύματα του νησιού, ακόμα και αυτά που δεν έχουν συνεχή ροή. Στους χάρτες του τα ποτάμια ξεχωρίζουν καθώς τα ονόματά τους συνοδεύονται από την διευκρίνιση «F(iume)». Ο οθωμανός αξιωματούχος και περιηγητής Evliya Çelebi ταξίδεψε στην Κρήτη κατά τα τελευταία χρόνια του Κρητικού Πολέμου, δηλαδή στη μεταβατική περίοδο από τη βενετική στην οθωμανική κυριαρχία. Στο έργο του δίνει μια συνοπτική περιγραφή του φυσικού και αγροτικού τοπίου της Κρήτη και κάνει μια μικρή αναφορά στα ποτάμια του νησιού (Λούπης σ. 244).

Όπως είναι λογικό, στις αφηγηματικές περιγραφές της Κρήτης καταγράφονται τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα ποτάμια. Αντίθετα, στα νοταριακά κείμενα και στους ιεροδικαστικούς κώδικες σημειώνονται και πολύ μικρότερα υδάτινα ρεύματα (ποτάμια, χείμαρροι και ρυάκια), ως τοπόσημα για να οριοθετήσουν ένα τμήμα γης. Κατά κανόνα τα ποτάμια και τα ρυάκια αυτών των αρχειακών πηγών δεν ταυτίζονται, σκιαγραφούν ωστόσο ένα τοπίο με αρκετά πυκνό δίκτυο κατά βάση μικρών υδάτινων ρευμάτων. Αναφορές στα καιρικά φαινόμενα εντοπίζονται στις εκθέσεις των βενετών αξιωματούχων και στους ιεροδικαστικούς κώδικες.

Σύντομες αναφορές στους υδάτινους πόρους  της Κρήτης και ενίοτε και στις καιρικές συνθήκες που συνάντησαν υπάρχουν στα κείμενα των περιηγητών του τέλους του 18ου και του 19ου αιώνα: οι γάλλοι αξιωματικοί Philippe de Bonneval και Mathieu Dumas ταξίδεψαν στην Κρήτη το 1783 κατ’ εντολή του γάλλου βασιλιά και περιγράφουν το νησί στην έκθεσή τους (Bonneval – Dumas 2000)· ο αυστριακός βοτανολόγος και γιατρός Franz W. Sieber έφτασε στην Κρήτη το 1817 (Sieber 1994)· ο βρετανός οικονομολόγος Robert Pashley ταξίδεψε στην Κρήτη το 1833 και δημοσίευσε το χρονικό των περιηγήσεών του το 1837 (Pashley 1991)· ο επίσης βρετανός αξιωματικός Charles Rochfort Scott βρέθηκε στην Κρήτη τυχαία το 1834 (Scott 1995)· ακόμα ένας Βρετανός, ο αξιωματικός του ναυτικού και χαρτογράφος Thomas Spratt, ταξίδεψε στο νησί το 1851 για τις ανάγκες του βρετανικού Ναυαρχείου με σκοπό την χαρτογράφηση των ακτών της Κρήτης (Spratt 2007)· η Γερμανίδα Ελπίς Μέλαινα (Marie Espérance von Schwartz) εγκαταστάθηκε στα Χανιά το 1865 και κατέγραψε τις περιηγήσεις της στο νησί τα χρόνια 1866-1870 (Ελπίς Μέλαινα 2008)· ο Ιωσήφ Χατζιδάκης ταξίδεψε στην Κρήτη στα τέλη του 19ου αιώνα και από την περιγραφή του δεν λείπουν αναφορές σε πηγές και ποτάμια (Χατζιδάκης 1881). Παρότι η περιγραφή του υδάτινου τοπίου δεν αποτελεί ασφαλώς την κύρια μέριμνα των συγγραφέων, αναφέρουν συχνά ποτάμια και πηγές του νησιού που συνάντησαν στις διαδρομές τους.

Συστηματική είναι και η καταγραφή των ποταμών από τον Νικόλαο Σταυράκη, ο οποίος διετέλεσε γενικός γραμματέας της γενικής διοίκησης της Κρήτης και επόπτης των κρητικών τελωνείων. Στην μελέτη του για την Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης το 1890 δίνει στατιστικές, απογραφικές αλλά και γεωγραφικές πληροφορίες, παρουσιάζοντας τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του τοπίου (Σταυράκης 1890).

Σε αρκετές περιπτώσεις το ποτάμι που αναφέρεται από κάποιον συγγραφέα δεν μπορεί να ταυτιστεί. Αυτό συμβαίνει είτε γιατί με το πέρασμα των αιώνων το τοπίο έχει αλλάξει ριζικά, είτε γιατί οι πληροφορίες του συγγραφέα δεν είναι ακριβείς. Ενδεικτικές της σύγχυσης ως προς τον εντοπισμό και την ταύτιση των ποταμών είναι οι αναντιστοιχίες ανάμεσα σε δυο σχετικά συστηματικές καταγραφές των ποταμών της Κρήτης, οι οποίες δεν έχουν ιδιαίτερα μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους: στην καταγραφή από τον Barozzi στην Περιγραφή της Κρήτης το 1577/78 και στην έκθεση του Basilicata το 1630. Και οι δύο συγγραφείς ξεκινούν την καταγραφή από τα ανατολικά προς τα δυτικά: ο Barozzi ξεκινά από τον ποταμό Ίστρωνα, στα ανατολικά του Ηρακλείου και καταλήγει στον Μύρτο / Μαλέα στα νότια, παραλείποντας τα υδάτινα ρέματα του ανατολικού άκρου της Κρήτης και ο Basilicata ξεκινά την απαρίθμηση από τον ποταμό Ζάκρο στο ανατολικό άκρο του νησιού και καταλήγει νοτιοανατολικά, στον Λαγκαδά. Μολονότι και οι δύο καταγράφουν τα ποτάμια με την ίδια κατεύθυνση: από τα ανατολικά προς τα δυτικά στη βόρεια πλευρά της Κρήτης και μετά από τα δυτικά προς τα ανατολικά στη νότια, σε αρκετές περιπτώσεις τα ποτάμια που καταγράφουν δεν ταυτίζονται Συγκεκριμένα, Barozzi παραθέτει τα ποτάμια: Ίστρωνας (ποταμός Καλού Χωριού), Καρτερός, Γιόφυρος, Αγία Λουκία, Αλμυρός, Φοδελιανός, Αρκάδι (Γεροπόταμος), Πλατανιάς, Πετρές, Μουσελάς, Αλμυρός (Αποκόρωνα), Μπούτακας, Καμάρα, Ξυδάς, Κεραμιώτης, Αρμένισσα, Σούρπο, Κοιλιάρης, Κερίτης, Κλαδισός, Πλατανιάς, Ταυρωνίτης, Σπηλιάς, Ανωπηγιάς, Τυφλός. Συνεχίζει νότια με κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα δυτικά: το ποτάμι του Σελίνου (δεν είναι σαφές αν πρόκειται για τον ποταμό Βλιθιά ή τον Σόγια), το ποτάμι των Σφακίων, το Κομιτιανό φαράγγι, το Κολοκασιανό φαράγγι, το Σκαλοτιανό φαράγγι, το Αργουλιανό φαράγγι, ο Κόρακας του Ροδάκινου, το ποτάμι του Φοίνικα, το ποτάμι της Αλύρτου (di Mirtio), ο Μέγας Ποταμός (Κουρταλιώτης), ο Πλατύς ποταμός (Αμαργιανός), το ποτάμι της Φωτεινόπολης, Μύρτος (Μύρθιος) ή Μαλέας (Barozzi 2004. σ. 268-271 και υποσ. 275-306 και σ. 327-328). Ο Basilicata σημειώνει τα ποτάμια που έχουν συνεχή ροή όλο τον χρόνο: Ζάκρος, ποταμός Καλά Νερά, ποταμός Σητείας (Στόμιος ή Παντέλης), Αγριόμαντρα, Ίστρωνας, Καρτερός, Κατσαμπάς, Γιόφυρος, Γάζι, Αλμυρός Ηρακλείου, Φόδελε, Ατάλης, Αρκάδι, Πετρές, Μουσελάς, Αλμυρός Αποκόρωνα, Καμάρα, Ξυδάς, Κοιλιάρης, Κλαδισός, Πλατανιάς, Νοπίγιας, Ντοπρονέας, Κακοπερατός, Ποταμός στο Σφινάρι, Βλιθιάς, Σούγια, Αγία Ρούμελη, Άγιος Παύλος, ποταμοί στο Βάι κοντά στο Φραγκοκάστελο, Μεγάλος Ποταμός, Λίγρες, Μαλονίτης (Γεροπόταμος Μεσαράς), Αναποδάρης, ποταμός Βιάνου, Κρυοπόταμος, Χόντρος, Άρβης, Φλάβος, Μύρτος, Καλόγερος, Κεντρί, ποταμός Ιεράπετρας, Αγία Φωτιά και Λαγκαδάς (Σπανάκης V, 1969, σ. 33-40).

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, οι δύο καταγραφές έχουν αρκετές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ο Barozzi καταγράφει τρία υδάτινα ρεύματα στη βόρεια Κρήτη μεταξύ των ποταμών Ξυδά και Κοιλιάρη, τα οποία ο Basilicata παραλείπει, ίσως γιατί θεωρεί ότι πρόκειται για χείμαρρους χωρίς συνεχή ροή. Οι μεγαλύτερες διαφορές εντοπίζονται στην καταγραφή των ποταμών της νότιας Κρήτης. Ο Barozzi παραθέτει περισσότερα υδάτινα ρεύματα από τον Basilicata στη νοτιοδυτική Κρήτη, ενώ ο Basilicata καταγράφει περισσότερα ποτάμια στην ανατολική και νοτιοανατολική Κρήτη, στη νότια ακτή τόσο του νομού Λασιθίου όσο και του νομού Ηρακλείου.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο Evliya Çelebi αναφέρει πως στα ανατολικά, τα δυτικά και τα νότια του νησιού υπάρχουν 360 μικρά και μεγάλα ποταμάκια, τα οποία πηγάζουν από τα βουνά των Σφακίων· εκτός από αυτά υπάρχουν και άλλα, περισσότερα από τριακόσια, που ξεχύνονται από χαράδρες και βράχους για να ενωθούν με μεγαλύτερα. Συνολικά, μικρά και μεγάλα, τα ποταμάκια όλης της Κρήτης είναι 666, κατά τον Evliya Çelebi· έξι από αυτά δεν έχουν πόσιμο νερό (Λούπης σ. 244). Οι αριθμοί αυτοί είναι υπερβολικοί και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθούν αξιόπιστοι. Ίσως ο Evliya Çelebi υπολόγισε κάθε υδάτινο ρεύμα (παραπόταμο, χείμαρρο, ρυάκι) και κάπως έτσι άθροισε μερικές εκατοντάδες ποταμάκια μικρά και μεγάλα, ίσως ο αριθμός που δίνει πρέπει να εκληφθεί απλώς ως μια ένδειξη ότι η Κρήτη είχε πολλά υδάτινα ρεύματα∙ δεν είναι ασυνήθιστη στο έργο του Evliya Çelebi η συμβολική χρήση αριθμών για να δοθεί μια τάξη μεγέθους. Επιπλέον, είναι ασφαλώς λανθασμένη η πεποίθηση ότι τα ποτάμια της Κρήτης πηγάζουν από τα βουνά των Σφακίων.

Ακόμα και η καταγραφή από τον Basilicata σαράντα περίπου ποταμών με συνεχή ροή μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική και να αμφισβητηθεί. Επιβεβαιώνει ωστόσο ότι τον 17ο αιώνα υπήρχαν, αν όχι σαράντα, πάντως αρκετά υδάτινα ρεύματα που δεν αποξηραίνονταν το καλοκαίρι ή αποξηραίνονταν μόνο περιστασιακά και για μικρά χρονικά διαστήματα. Η εικόνα αυτή άλλαξε ριζικά τα επόμενα 250 χρόνια. Το 1890 o Σταυράκης κατέγραψε μόλις οκτώ ποτάμια που δεν αποξηραίνονταν το καλοκαίρι: Πλατανιάς και Κλαδισός Κυδωνίας, Κοιλιάρης Αποκόρωνα, Μυλοπόταμος (Γεροπόταμος), Γιόφυρος, Παντέλης Σητείας (στο βορρά) και Μέγας Ποταμός Αγίου Βασιλείου και Γεροπόταμος Μεσαράς στο νότο. Συμπλήρωσε ακόμα ότι τις βροχερές εποχές του έτους, από τον Δεκέμβριο ως τον Απρίλιο, σχηματίζονταν ταχύτατα πολλοί χείμαρροι με νερά ιδιαίτερα ορμητικά, οι οποίοι συχνά προκαλούσαν καταστροφές (Σταυράκης 1890, σ. 48).

Στις αρχές του 21ου αιώνα, τα υδάτινα ρεύματα σπάνια έχουν ροή καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Στο Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών Απορροής Ποταμών του Υδατικού Διαμερίσματος Κρήτης (EL 13) της Ειδικής Γραμματείας Υδάτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (2017) καταγράφονται 122 ποτάμια υδατικά συστήματα στην Κρήτη (σ. 53). Κάθε ποτάμι, κάθε υδάτινο ρεύμα, διαιρείται συνήθως σε περισσότερα ποτάμια συστήματα ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει σε διάφορα σημεία της ροής του. Συγκεκριμένα καταγράφονται στην λεκάνη απορροής βορείου τμήματος Χανίων-Ρεθύμνου-Ηρακλείου τα εξής υδάτινα ρεύματα: Τσιχλιανός (στο Tσιχλιανό φαράγγι), Γιφλός (στο Tοπολιανό φαράγγι), Ταυρωνίτης, Κερίτης, Κοιλιάρης, Αλμυρός Χανίων, Κουρνιώτης, Μουσελάς, Πετρές, Σφακορύακο, Μυλοπόταμος, Φόδελε, Γαζανός, Γιόφυρος, Καρτερός, Αποσελέμης∙ στη λεκάνη απορροής νοτίου τμήματος Χανίων-Ρεθύμνου-Ηρακλείου: Αναποδάρης, Γεροπόταμος, Πλατής, Κουρταλιώτης, Ροδάκινο, φαράγγι Σαμαριάς, Κακοδικιανός, Πελεκανιώτης∙ και στη λεκάνη απορροής ανατολικής Κρήτης: Αλμυρός Λασιθίου, Παντέλης, Χοχλακιάς, φαράγγι Ζάκρου, Μπραμιανός, Καλαμαυκιανός, Μύρτος (σ. 54-58). Τα περισσότερα ποτάμια υδατικά συστήματα της Κρήτης χαρακτηρίζονται εποχικά ρέματα με καθεστώς ροής περιοδικό, ενώ λίγα, κυρίως στα δυτικά, χαρακτηρίζονται μικρά μεσογειακά ρέματα με λεκάνη απορροής μικρότερη από 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα και καθεστώς ροής έντονα εποχικό. Ο Κερίτης, το Σφακορύακο, ο Γεροπόταμος Μεσαράς και ο Αναποδάρης σε κάποια σημεία τους χαρακτηρίζονται μεσαία μεσογειακά ρέματα με λεκάνη απορροής μεταξύ 100 και 1000 τετραγωνικών χιλιομέτρων (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών Απορροής Ποταμών 2017, σ. 53-58).

Όπως προαναφέρθηκε, πληροφορίες για την διαχείριση των νερών εντοπίζονται και στα αρχειακά τεκμήρια, κυρίως τα νοταριακά έγγραφα και τις ιεροδικαστικές καταχωρίσεις. Το σύστημα κατοχής και διαχείρισης των υδάτινων πόρων στην Κρήτη της πρώτης βενετικής περιόδου έχει μελετηθεί διεξοδικά από τον Χαράλαμπο Γάσπαρη. Όπως έδειξε ο Γάσπαρης, στη βενετική Κρήτη οι πηγές, τα ποτάμια και οι λίμνες ανήκαν στην δικαιοδοσία του χωριού ως αγροτική ενότητα και έπειτα στον κάτοχο του χωριού. Όταν οι κάτοχοι ενός χωριού ήταν περισσότεροι του ενός, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις που ένα χωριό μοιραζόταν σε περισσότερους κληρονόμους, τα νερά δεν μοιράζονταν, αλλά παρέμεναν κοινά (Γάσπαρης 1994, σ. 56∙ Γάσπαρης 1997, σ. 105). Στο έγγραφο Παραχώρησης των Χανίων (Concessio Chanee) του 1252 δηλώνεται ότι η περιοχή του ποταμού Κλαδισού μοιράζεται σε βενετούς εποίκους και το δημόσιο. Οι φεουδάρχες θα μοιράζονταν το τμήμα ανατολικά του Κλαδισού και στο δημόσιο θα έμενε η γη στα δυτικά. Εντός των ορίων αυτής της περιοχής όλα τα νερά θα τα εκμεταλλεύονταν από κοινού οι φεουδάρχες και το δημόσιο (Gasparis 2008, σ. 34). Ποτάμια ή τμήματά τους ενοικιάζονταν σε ιδιώτες από το κράτος ή την εκκλησία. Ενδεικτικά, το 1346 ενοικιάστηκε τμήμα του ποταμού στον οικισμό Γάζι, που ανήκε στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου∙ το 1368 ο Marco Quirino νοίκιασε από το κράτος τον οικισμό Αλμυρό, αποκτώντας δικαιώματα και στο ομώνυμο ποτάμι, όπου απαγορεύτηκε το ψάρεμα χωρίς την άδειά του (Γάσπαρης 1997, σ. 107, υποσ. 37 και 39). Ο κάτοχος ή ο ενοικιαστής ενός τμήματος ποταμού μπορούσε επίσης να νοικιάζει τα νερά του ποταμού, όπως προκύπτει από τις αρχειακές πηγές. Στα σχετικά έγγραφα διαφαίνεται η διάκριση ανάμεσα στη χρήση των νερών (usum) και τη χρήση του πλεονάσματος (superfluum). Η ενοικίαση για αποκλειστική χρήση έδινε το δικαίωμα στον ενοικιαστή να ψαρεύει ή να επεξεργάζεται λινάρι στο ποτάμι, ενώ οι αγρότες της περιοχής διατηρούσαν το δικαίωμα χρήσης περιορισμένης ποσότητας νερού (superfluum) χωρίς να έχουν προχωρήσει σε συμφωνία ενοικίασης (Γάσπαρης 1997, σ. 106). Η αλιεία σε μεγάλα ποτάμια ή λίμνες επιτρεπόταν μόνο με ειδική άδεια από τον κάτοχο του φέουδου ή με την ενοικίαση θέσεων (pescerie) (Γάσπαρης 1994, σ. 56∙ Γάσπαρης 1997, σ. 107). Η χρήση λινοβροχείων, δηλαδή σημείων στο ποτάμι για την επεξεργασία λιναριού, ήταν δωρεάν για τους κατοίκους του χωριού που διέσχιζε το ποτάμι, ακόμα και αν η περιοχή επεξεργασίας ήταν νοικιασμένη. Οι υπόλοιποι που χρησιμοποιούσαν τη θέση ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν ένα ποσό είτε στον κάτοχο γης, στον οποίο άνηκε το ποτάμι, είτε σε αυτόν που είχε νοικιάσει την περιοχή (Γάσπαρης 1994, σ. 56-77∙ Γάσπαρης 1997, σ. 107).

Η χρήση νερού ποταμών και χειμάρρων για την άρδευση χωραφιών και για τη λειτουργία νερόμυλων γινόταν με αυστηρό πρόγραμμα καθ' όλη τη διάρκεια της βενετικής και της οθωμανικής περιόδου (βλ. ενότητα αγροτικό τοπίο).

Στους ιεροδικαστικούς κώδικες της οθωμανικής εποχής, σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφονται πηγές νερού που ανήκουν σε ιδιώτη. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να διαθέσει το νερό της πηγής όπως επιθυμεί, για παράδειγμα να το κληροδοτήσει ή να το πουλήσει. Ενδεικτικά, σε ιεροδικαστική καταχώρηση με ημερομηνία 10 Μαρτίου 1767 (9 Σεβάλ 1180), ο μουλάς Osman δηλώνει ότι πούλησε μία μασούρα νερό πλήρους ιδιοκτησίας από πηγή με τρεχούμενο νερό που βρίσκεται στον Χάνδακα, την οποία είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του Hava Hatun κόρη Osman (Καραντζίκου – Φωτεινού 2003, σ. 477, αρ. 934). Σε άλλη καταχώριση, με ημερομηνία 21 Νοεμβρίου 1750 (21 Ζιλχιτζέ 1163), ο el-Hac Mustafa Ağa πουλά μία μασούρα νερό από πηγή που βρίσκεται στο Κουντουράτο στον οικισμό Απάνω Αρχάνες Τεμένους. Ο el-Hac Mustafa Ağa είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του τέσσερις μασούρες νερό, οι οποίες ήταν στην κυριότητά του με μπουγιουρντί του πρώην βαλή και σερασκέρη Κρήτης Numan Paşa (Καραντζίκου – Φωτεινού 2003, σ. 383-384, αρ. 787). Σε καταχώριση με ημερομηνία 29 Δεκεμβρίου 1801 (1 Σαμπάν 1216) σημειώνονται τα προβλήματα που είχαν παρουσιαστεί σε σχέση με την ιδιοκτησία μιας μασούρας νερού που προέρχεται από πηγή στον οικισμό Μαραθίτης Τεμένους (ΤΑΗ 37, σ. 103-104). Ακόμα, κάθε φορά που εντοπιζόταν μια νέα πηγή γύρω από τον Χάνδακα έπρεπε ελεγχθούν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας της (βλ. εδώ ενότητα: Υδροδότηση οικισμών – υποενότητα: Χάνδακας).

Ερευνητική ομάδα:

Αντώνης Αναστασόπουλος: Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και Συνεργαζόμενο Μέλος ΔΕΠ του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών/ΙΤΕ, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας.

Μαρία Βακονδίου: Μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/ΙΤΕ.

Μελίνα Μανουρά: Μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Τουρκολογία του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών/ΙΤΕ, υπότροφος Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών.